Μετά τις εισπρακτικές ... οι εταιρείες "χαρτοφυλακίου εγγυήσεων"

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν τα τελευταία χρόνια φτιάξει τον εξής μηχανισμό, που λόγω της κρίσης έχει πάρει μπροστά για τα καλά: Με σκοπό την αναζήτηση ρευστότητας έχουν ιδρύσει άλλες θυγατρικές εταιρείες, υπό τον γενικό χαρακτηρισμό «χαρτοφυλάκια εγγυήσεων» και εταιρείες «ειδικού σκοπού» με το 51% των μετοχών να ανήκει υποχρεωτικά στη μητρική. Πωλούν σε αυτές, ουσιαστικά στον εαυτό τους, τις προβληματικές συμβάσεις δανείων πελατών τους.
 

 

Αυτές οι εταιρείες αναζητούν άλλες τράπεζες ή θεσμικούς επενδυτές που θα αγοράσουν τις συμβάσεις αυτές με σκοπό να ενισχυθεί η ρευστότητα της τράπεζας από την οποία πήρε το δάνειο αυτός που πλέον αδυνατεί να πληρώσει.

Κι έτσι, η ξένη εταιρεία, το «χαρτοφυλάκιο εγγυήσεων» δηλαδή, αποκτά το δικαίωμα να εισπράξει τις απαιτήσεις της τράπεζας. Το σκηνικό είναι γνωστό στους οικονομικούς κύκλους, αλλά όχι στους καταναλωτές που παραλαμβάνουν έγγραφα απαιτήσεων από εταιρείες με ξενικούς τίτλους και έδρες π.χ. στο Λονδίνο.

Μέχρι τώρα όλα φαίνονται νόμιμα. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι ναι μεν η μεταβίβαση της διεκδίκησης σε τρίτο πρόσωπο περιλαμβάνεται στα ψιλά γράμματα των συμβάσεων, αλλά όταν η τράπεζα προχωρήσει στη μεταβίβαση οφείλει να ενημερώνει εγγράφως τον καταναλωτή, κάτι που δεν γίνεται συστηματικά.
 

Παράκαμψη της ελληνικής νομοθεσίας

Πρόκειται για εταιρείες που υπάγονται σε ειδικά φορολογικά καθεστώτα και νομικά συστήματα.

Μία από τις πιο σημαντικές συνέπειες της λειτουργίας αυτών των εταιρειών για τους Ελληνες δανειολήπτες είναι η εξής: Για παράδειγμα, κάποιος για δάνειο 30.000 ευρώ έχει υποθηκεύσει την ακίνητη περιουσία του και αδυνατεί να αντεπεξέλθει σε δόση, ας πούμε, 600 ευρώ τον μήνα λόγω της αποδεδειγμένης μείωσης των αποδοχών του οι οποίες μειώθηκαν στα 1.200 ευρώ μηνιαίως. Τότε, βάσει εσωτερικής εγκυκλίου μιας ιδιωτικής τράπεζας, η οποία στηρίζεται σε γενικότερη οδηγία της Τραπέζης της Ελλάδος, απολαμβάνει το δικαίωμα να μην πληρώνει περισσότερα από το 40% του ετήσιου εισοδήματός του για στεγαστικά προϊόντα.

Σε περίπτωση καταναλωτικών το ποσοστό είναι μικρότερο, 30%, καθώς η έκθεση της τράπεζας σε κίνδυνο είναι μεγαλύτερη. Κάτι που ακούγεται σχετικώς δίκαιο. Στην περίπτωση, όμως, που το αίτημα διεκδικείται να ικανοποιηθεί από εταιρεία που λειτουργεί υπό το βρετανικό, φέρ' ειπείν, νομικό καθεστώς, τότε η ίδια δεν είναι υποχρεωμένη να σεβαστεί την οποιαδήποτε εγκύκλιο. Δηλαδή, η ξένη εταιρεία δεν θα μειώσει τις απαιτήσεις της στην περίπτωση των κουρεμένων αποδοχών του Ελληνα δανειολήπτη, όπως θα έκανε μια ελληνική.
 

Να προσέχουμε την υπογραφή μας
 

Στις συμβάσεις που υπογράφει ο δανειολήπτης με τις τράπεζες αναφέρεται σαφώς ότι τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα διατηρούν το δικαίωμα να εκχωρήσουν σε τρίτους την είσπραξη των απαιτήσεών τους. Σύμφωνα με νομικούς κύκλους, οι πελάτες έχουν κάθε δικαίωμα να μην υπογράψουν τον συγκεκριμένο όρο στη σύμβασή τους με την τράπεζα. Απαραίτητη προϋπόθεση βέβαια είναι να κατορθώσει κάποιος να εντοπίσει αυτόν τον όρο μέσα στο σχοινοτενές συμβόλαιο. Ακόμα, όμως, και αν δεν κάνει κάτι τέτοιο έχει κάθε δικαίωμα να:

- προσφύγει κατά της τράπεζας η οποία, σύμφωνα με τον νόμο, είναι υποχρεωμένη να τον ενημερώσει εγγράφως για την εκχώρηση του δικαιώματος είσπραξης των απαιτήσεών της, από ποια εταιρεία και κάτω από ποιες προϋποθέσεις.

- προσφύγει κατά της ίδιας της εταιρείας που ανέλαβε την είσπραξη με το ίδιο σκεπτικό.

Πηγή: ΕΝΕΤ

Designed and developed by: Infowonders